Ο μακαριστός και αλησμόνητος μητροπολίτης Γέρων Χαλκηδόνος κυρός Μελίτων ο Α’ (1913-1989), κατά κόσμον Σωτήριος Χατζής, εγεννήθη στην Κωνσταντινούπολη το έτος 1913 από τον Νικόλαο και την Ευδοξία, το γένος Μπακαλοπούλου.
Γράφει ο Ιωάννης Σιδηράς,
Θεολόγος - Νομικός
|
Την στοιχειώδη εκπαίδευση έλαβε στην κοινοτική – αστική σχολή Γαλατά και άκουσε τα γυμνασιακά γράμματα στο Ελληνικογαλλικό Λύκειο της κοινότητος του Σταυροδρομίου. Στη συνέχεια ετέθη υπό την πνευματική προστασία και χειραγωγία του Οικουμενικού Πατριάρχου Κων/πόλεως Βασιλείου Γ’ (1925-1929) και εισήχθη, ύστερα από επιτυχείς εξετάσεις, στην ιερά θεολογική Σχολή της Χάλκης από την οποία απεφοίτησε αριστούχος και μετ’ επαίνου το έτος 1934, αφού υπέβαλε προηγουμένως εναίσιμη διατριβή περί της «θεοπνευαστίας των θείων Γραφών κατά τους Αποστολικούς πατέρας και τους Απολογητάς της β’ εκατονταετηρίδος».
Πηγή: «Ο Χρόνος»,
Καθημερινή εφημερίδα της Κομοτηνής, 04 Μαρ 2004.
|
Διανύοντας το τελευταίο έτος των σπουδών του εχειροτονήθη διάκονος από τον μακαριστό γέροντά του, μητροπολίτη τότε Χαλκηδόνος και μετέπειτα Οικουμενικό Πατριάρχη Μάξιμο Ε’ (1946-1948), και έλαβε κατά την χειροτονία του το όνομα Μελίτων. Έπειτα διορίστηκε αρχιδιάκονος στην μητρόπολη Χαλκηδόνος και διακρίθηκε σ’ αυτή ως λαμπρός Ιεροκήρυξ και κατηχητής, αφού ο ίδιος ίδρυσε πάμπολλα και διεύθυνε όλα σχεδόν τα κατηχητικά σχολεία της επαρχίας (1934-1938).
Τον Μάρτιο του 1938 ο Πατριάρχης Βενιαμίν Α’ (1936-1946) εκάλεσε τον Μελίτωνα στην θέση του υπογραμματέως της Αγίας και Ιεράς Συνόδου απ’ όπου με ζήλο υπηρέτησε την Μητέρα Εκκλησία μέχρι το 1941, οπότε εχειροτονήθη πρεσβύτερος από τον αείμνηστο μητροπολίτη Χριστουπόλεως Μελέτιο. Το ίδιος έτος απεστάλη υπό του Πατριαρχείου για μετεκπαίδευση και επιμόρφωση στο Μάντσεστερ της Αγγλίας.
Εκεί ο μητροπολίτης Θυατείρων Γερμανός διόρισε τον Μελίτωνα προϊστάμενο της ελληνορθοδόξου κοινότητος στο Μάντσεστερ. Λόγω όμως της εμπολέμου καταστάσεως (β’ παγκόσμιος πόλεμος 1939-1945) επί διετίαν εξυπηρέτησε τις θρησκευτικές ανάγκες των ορθοδόξων στρατιωτών και προσφύγων στην Μέση Ανατολή και ηδυνήθη να μεταβεί στο Μάντζεστερ μόλις τον Σεπτέμβριο του 1943, όπου παρέμεινε μέχρι και το έτος 1947 επειδή παρηκολούθησε μαθήματα στο μεταπτυχιακό τμήμα του πανεπιστημίου της πόλεως εκείνης.
Παράλληλα, μοναδική και αξιοθαύμαστη υπήρξε η ποιμαντική και εκκλησιαστική δράση και προσφορά του στην εκεί ελληνορθόδοξη κοινότητα, όπου συνέχισε το έργο του αειμνήστου Μεγάλου πρωτοπρεσβυτέρου της Εκκλησίας Κωνσταντινουπόλεως Κωνσταντίνου Καλλινίκου.
Κατά το έτος 1947 ο αείμνηστος Οικουμενικός Πατριάρχης Μάξιμος ο Ε’ (1946-1948) εκάλεσε τον Μελίτωνα πίσω στο Φανάρι, όπου τον ενέταξε στην Πατριαρχική αυλή και τον διόρισε Μέγα Πρωτοσύγκελλο του Πατριαρχείου. Ο Μελίτων παρέμεινε στην θέση αυτή επί μια τριετία (1947-1950) και στις 23 Νοεμβρίου του 1950 η Αγία και Ιερά Σύνοδος εξέλεξε αυτόν ως μητροπολίτη Ίμβρου και Τενέδου (1950-1963). Η εις επίσκοπο χειροτονία του ετελέσθη στον πάνσεπτο πατριαρχικό ναό του Αγίου Γεωργίου κατά την πατριαρχική και συνοδική λειτουργία επί τη θρονική εορτή του Αγίου Ανδρέου (30 Νοεμβρίου), προεξάρχοντος του αειμνήστου Οικουμενικού Πατριάρχου Αθηναγόρου Α’ (1948-1972).
Κατά τη διάρκεια των δεκατριών ετών της αρχιερατικής διακονίας του στην Ιερά μητρόπολη Ίμβρου και Τενέδου ο αείμνηστος και μέγας Ιεράρχης Μελίτων άνευ υπερβολής ανέστησε με την δράση και προσφορά του τα δύο απομακρυσμένα νησιά.
Ίδρυσε στα δύο νησιά επτά σχολεία για την πρωτοβάθμια εκπαίδευση και ένα ημιγυμνάσιο, το οποίο ήταν πρόθεσή του να διευρύνει σε πλήρες γυμνάσιο, αλλά η Τουρκική κυβέρνηση δεν παρέσχε την σχετική άδεια. Το κτίριο ανηγέρθη ως γυμνάσιο, αλλά ελειτούργησε τελικώς ως ημιγυμνάσιο και δημοτική σχολή Παναγίας.
Ο μητροπολίτης Μελίτων διοργάνωσε τα σχολεία αυτά με άξια εκπαιδευτικά στελέχη και με πρόγραμμα που ενέκρινε η κυβέρνηση. Εμερίμνησε και για την περαιτέρω λειτουργία των σχολείων με την μετεκπαίδευση δασκάλων και καθηγητών στα πανεπιστημία του εξωτερικού με υποτροφίες που ο ίδιος προσωπικώς παρέσχε στους νέους εκπαιδευτικούς. Ίδρυσε επίσης στην Ίμβρο πέντε νηπιαγωγεία και διάφορους μορφωτικούς συνδέσμους για τους νέους, καθώς και συσσίτια για τους απόρους μαθητές.
Παράλληλα ησχολήθη αποτελεσματικώς με τα προβλήματα του ποιμνίου του. Επέτυχε για τον λαό του νησιού οδοποιΐα, ηλεκτροφωτισμό στα χωριά, ύδρευση, ίδρυση νοσοκομείου στην πρωτεύουσα του νησιού Παναγία και συνέβαλε εν γένει με τις πρωτοβουλίες του στην ανάπτυξη της γεωργίας και του θαλασσίου πλούτου των δύο νησιών.
Επί των ημερών του επείσθησαν οι βουλευτές του νομού Δαρδανελλίων, όπου υπάγονται τα δύο νησιά, και τελικώς η Τουρκική κυβέρνηση επέτρεψε την εφαρμογή ομογενειακής παιδείας στην Ίμβρο και Τένεδο, όπως ακριβώς συνέβαινε στην Κωνσταντινούπολη. Κατά το έτος 1952 με έγκριση της κυβερνήσεως ο μητροπολίτης Μελίτων εγκαινιάζει τα κτίρια τριών νέων σχολών: α) μιας στη πρωτεύουσα της Ίμβρου, Παναγία, που περιελάμβανε μία εκτατάξια αστική σχολή και ένα ημιγυμνάσιο, β) μιας εκταταξίου δημοτικής σχολής στο χωριό του Κάστρου και γ) μιας αστικής εκταταξίου σχολής στην Τένεδο.
Τον Μάϊο του 1954 ο μητροπολίτης Μελίτων εγκαινίασε το νέο σχολείο της κοινότητος Αγριδίων Ίμβρου, ανακαίνισε τον ναό της κοινότητος Γλυκέος, ενώ κατά το έτος 1955 κατετέθη ο θεμέλιος λίθος του νοσοκομείου Ίμβρου και του νέου σχολικού κτιρίου της κοινότητος Σχοινουδίου Ίμβρου.
Ο μητροπολίτης Μελίτων κατά το 1959 εγκαινίασε το πρώτο νοσοκομείο Ίμβρου, συντόνισε τις εργασίες προκειμένου να περατωθούν τα κτίρια των σχολικών μονάδων στα χωριά Γλυκύ, Σχοινούδιο και Αγρίδια, αλλά και το γυμνασιακό τμήμα της Κεντρικής σχολής Ίμβρου. Κατά το χρονικό διάστημα 1950-1963 εξωράϊσε, επεσκεύασε, ανακαίνισε και ανήγειρε εκ βάθρων ναούς, εξωκκλήσια και αγιάσματα στα δύο νησιά. Ελειτούργησαν επίσης στην Ίμβρο έξι κατηχητικά σχολεία στα οποία φοιτούσαν περίπου 500-600 παιδιά.
Για τους νέους και τις νέες του νησιού που ήθελαν εργασία, ίδρυσε «Γραφείο Προνοίας» για να αποφευχθεί η μετανάστευσή τους από το νησί σε άλλα μέρη.
Τον Φεβρουάριο του 1963 ο μητροπολίτης Μελίτων μετετέθη στον θρόνο της μητροπόλεως Ηλιουπόλεως και Θείρων. Τον Απρίλιο του ιδίου έτους αποχαιρετά το ποίμνιό του και λέγει: «Τώρα που φεύγω την τελευταίαν μου παρακαλώ να φυλάξετε διαθήκην. Να μείνετε ορθόδοξοι χριστιανοί για πάντα, και να διαφυλάξετε τη πίστη των πατέρων σας. Να μείνετε πιστοί στην γενιά σας. Να αγαπάτε την πατρίδα σας, και να εκδηλώνετε την αγάπην σας με έκδηλον ενδιαφέρον».
Όταν το 1963 ο Μελίτων μετετέθη στην Ιερά μητρόπολη Ηλιουπόλεως και θείρων ο Οικουμενικός πατριάρχης Αθηναγόρας Α’ ανέθεσε σ’ εκείνον την υπεύθυνη και δύσκολη διακονία στους τομείς των πανορθοδόξων, διορθοδόξων και διαχριστιανικών (διομολογιακών) σχέσεων του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Είναι δε γεγονός αναμβισβήτητο ότι ο μητροπολίτης Μελίτων υπήρξε η καρδιά και η κινητήριος δύναμη της διορθοδόξου ενότητος και του διαχριστιανικού διαλόγου, αλλά και το δεξιό χέρι του αειμνήστου πατριάρχου Αθηναγόρου.
Στην μητρόπολη Ηλιουπόλεως και θείρων παρέμεινε για τρία έτη, μέχρι δηλαδή τον Οκτώβριο του 1966, οπότε η Αγία και Ιερά Σύνοδος εξέλεξε αυτόν πρώτον τη τάξει μητροπολίτη Χαλκηδόνος (1966-1989). Και στην νέα πρωτόθρονη μητρόπολή του επετέλεσε μεγάλο ποιμαντικό και εκκλησιαστικό έργο. Ανοικοδόμησε εκ βάθρων το μητροπολιτικό μέγαρο της επαρχίας Χαλκηδόνος (1978).
Επεμελήθη της ανακαινίσεως των Ιερών ναών και των λοιπών ιδρυμάτων της επαρχίας του, ενώ μεγάλη υπήρξε η μέριμνα και φροντίδα του για την άρτια οργάνωση και λειτουργία των σχολείων σε συνδυασμό με την ανάδειξη των αριστούχων μαθητών, τους οποίους ενίσχυε με υποτροφίες για τις περαιτέρω σπουδές τους.
Από της πρώτης στιγμής που εξελέγη μητροπολίτης του Οικουμενικού Πατριαρχείου μέχρι και το τέλος της ζωής του, υπήρξε μέλος της Αγίας και Ιεράς Πατριαρχικής Συνόδου και πρόεδρος πολλών πατριαρχικών και συνοδικών επιτροπών, αλλά και επικεφαλής ή έξαρχος του πατριαρχείου σε πολλές εκκλησιαστικές ανά την οικουμένη αποστολές. Ήταν εκείνος ο Ιεράρχης που προήδρευσε στην Α Πανορθόδοξη διάσκεψη στη Ρόδο και αλλού.
Ήταν ο πρώτος Ιεράρχης που εκπροσώπησε το οικουμενικό πατριαρχείο στην επίσκεψή του στο Βατικανό κατά την τελετή της άρσεως των αναθεμάτων (1965). Ήταν εκείνος που συνόδευσε τον αείμνηστο Οικουμενικό Πατριάρχη Αθηναγόρα στα Ιεροσόλυμα κατά την συνάντησή του για πρώτη φορά με τον Πάπα Παύλο Στ’, αλλά και κατά την επίσκεψή του Αθηναγόρα στο Βατικανό. Γι’ αυτό δικαίως θεωρείται μέχρι και σήμερα ο εμπνευστής του διορθοδόξου και διαχριστιανικού διαλόγου, αλλά και το alter ego του Πατριάρχου Αθηναγόρα, ο οποίος χρησιμοποιούσε τον μητροπολίτη Μελίτωνα στις αποστολές για την εξυπηρέτηση των συμφερόντων του Οικουμενικού Πατριαρχείου, στις συναντήσεις των Ορθοδόξων και στις πρωτοβουλίας της Οικουμενικής Κινήσεως ανάμεσα στις διάφορες χριστιανικές ομολογίες.
Ο μητροπολίτης Μελίτων έδωσε πολλές διαλέξεις και ετιμήθη με διάφορες διακρίσεις και τιμητικά διδακτορικά διπλώματα. Εγνώριζε δε την αγγλική, γαλλική, ελληνική και τουρκική γλώσσα. Κατά την περίοδο 1970-1972, όταν οι φυσικές δυνάμεις του αειμνήστου Πατριάρχου Αθηναγόρου είχαν αρχίσει να τον εγκαταλείπουν, η Ιερά Σύνοδος του Πατριαρχείου με εντολή του Πατριάρχου διόρισε τον Μελίτωνα Πατριαρχικό επίτροπο.
Αλλά και στο διάστημα 7-16 Ιουλίου 1972, από τον θάνατο δηλαδή του Πατριάρχου Αθηναγόρου μέχρι και την εκλογή του Πατριάρχου Δημητρίου, ο μητροπολίτης Μελίτων διορίστηκε με συνοδική απόφαση Προεδρεύων της Ιεράς Ενδημούσης Πατριαρχικής Συνόδου.
Είναι αναμφισβήτητο γεγονός ότι κατά τα τελευταία έτη της πατριαρχείας του γηραιού πια Πατριάρχου Αθηναγόρου (1948-1972) ο Χαλκηδόνος Μελίτων κατηύθυνε τα εκκλησιαστικά πράγματα και είχε γύρω του μία ομάδα αξίων αρχιερέων του θρόνου, με τους οποίους θα ακολουθούσε κοινή εκκλησιαστική γραμμή στις υποθέσεις του πατριαρχείου, κατά την μετά τον Αθηναγόρα περίοδο, εάν βεβαίως εξελέγετο πατριάρχης. Μετά τον θάνατο του Αθηναγόρου (1972) όλοι οι αρχιερείς και ο λαός γνώριζαν ότι ο διάδοχος θα ήταν ο Χαλκηδόνος Μελίτων, αλλά την τελευταία στιγμή η τουρκική κυβέρνηση διέγραψε από τον κατάλογο των υποψηφίων για τον πατριαρχικό θρόνο το όνομα του Χαλκηδόνος Μελίτωνος και άλλων αξίων ιεραρχών.
Τότε στην διαμορφωθείσα οδυνηρά κατάσταση, ο Χαλκηδόνος Μελίτων παραμέρισε την προσωπική του πικρία και μαζί με την παράταξη των πατριαρχικών αρχιερέων που τον εστήριζαν, επρότεινε ως υποψήφιο για τον πατριαρχικό θρόνο τον τότε μητροπολίτη Ίμβρου και Τενέδου Δημήτριο, ο οποίος εξελέγη πατριάρχης και μέχρι τέλους της ζωής του είχε τον Χαλκηδόνος Μελίτωνα συνεργάτη, δεξιό σύμβουλο και άριστο συναρωγό του στα πατριαρχικά του καθήκοντα.
Δυστυχώς ο Χαλκηδόνος Μελίτων κατά το 1984 υπέστη εγκεφαλική συμφόρηση και απώλεσε το κέντρο του λόγου. Εκοιμήθη στις 27 Δεκεμβρίου του 1989 πλαισιωμένος από τα πολυάριθμα πνευματικά του τέκνα που τον ελάτρευαν και μεταξύ αυτών ήταν ο νυν οικουμενικός πατριάρχης Βαρθολομαίος, ο μητροπολίτης Χαλκηδόνος Ιωακείμ και ο μητροπολίτης Φιλαδελφείας Μελίτων.
Η κηδεία ετελέσθη στις 30 Δεκεμβρίου 1989 στον καθεδρικό ναό Αγίας Τριάδος Χαλκηδόνος από τον Πατριάρχη Δημήτριο και την Ιερά Σύνοδο. Τον επικήδειο εκφώνησε ο πνευματικός του υιός, αρχιγραμματεύς της Ιεράς Συνόδου Μελίτων Καράς. Ο δε ενταφιασμός του έγινε στο κοιμητήριο του αγίου Ιγνατίου Χαλκηδόνος, πλησίον των τάφων των προκατόχων του.
Ο Χαλκηδόνος Μελίτων υπήρξε ο κορυφαίος ιεράρχης του Οικουμενικού Πατριαρχείου του 20ου αιώνος. Παγκοσμίως γνωστή και διορθοδόξου – διαχριστιανικού – διαθρησκειακού κύρους εκκλησιαστική – θεολογική μορφή. Υπήρξε αριστοτέχνης ιεροκήρυκας και ομιλητής, ικανότατος και πρωτότυπος συγγραφεύς, θαυμάσιος χειριστής της γλώσσας και του καλάμου, και κυρίως μοναδικός και ανεπανάληπτος λειτουργός.